ΑΠΟΨΕΙΣ
0

Να ξεπεράσουμε την ήττα

Να ξεπεράσουμε την ήττα

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΑΒΑΤΣΗ |

Πέρασε μισός αιώνας από την μέρα του πραξικοπήματος και το διαρκές έγκλημα της χούντας.

Ο χρόνος αναντίρρητος, ανίκητος, εξουδετέρωσε τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων που το βίωσαν.

Για την εποχή εκείνη γράφτηκαν πολλά περιγράφοντας τα περιστατικά. Αμέτρητες μαρτυρίες για τις συλλήψεις, τα βασανιστήρια, τις δολοφονίες και τον φόβο της βαναυσότητας. Την κανονικοποίηση της αυθαιρεσίας των κρατούντων, του στρατού και της αστυνομίας. Πολύ λιγότερες, ωστόσο, οι αναλύσεις που προσέγγισαν το θέμα στις κοινωνικές του διαστάσεις: Στις αιτίες και επιδιώξεις του πραξικοπήματος, αλλά και στις επιπτώσεις της δικτατορίας στον τρόπο σκέψης και λειτουργίας της κοινωνίας. Παρά το γεγονός ότι υπήρξαν επαρκείς προσεγγίσεις για τις κοινωνικές διεργασίες της εποχής, αυτές δεν έγιναν συλλογική γνώση και συνείδηση της κοινωνικής πλειοψηφίας στις δεκαετίες που ακολούθησαν.

Οι περισσότεροι άνθρωποι που έζησαν την περίοδο της χούντας δεν υπάρχουν πια και οι κατοπινές κοινωνικές διεργασίες και οι πολιτικές εξελίξεις, συνολικά οι τεράστιες αλλαγές της ελληνικής κοινωνίας από το ΄74 έως τώρα, «γράφουν και ξαναγράφουν την ιστορία», αναθεωρώντας την και στην συνείδηση πλατιών στρωμάτων του πληθυσμού.

Η δε επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού, σαν ένα σύνολο πρακτικών στην οικονομία και στην πολιτική και η αντοχή του παρά την κρίση, σαν μοναδικού δρόμου οργάνωσης της κοινωνίας, δίνουν σήμερα, περισσότερο από ποτέ, την δυνατότητα της συνάντησης του τότε αυταρχισμού με τον σημερινό.

Στην σημερινή ελληνική κοινωνία η ήττα της ελπίδας και η περιφρόνηση της κορυφαίας δημοκρατικής στιγμής της περιόδου από το ΄74 ως σήμερα, δηλαδή του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου του 2015, όταν σύσσωμη η ελληνική κοινωνία εξέφρασε, με πλήρη συνείδηση των δυσκολιών, την διαθεσιμότητά της για συνολική κοινωνική αλλαγή, αποτελούν διαρκές πλήγμα στην δημοκρατία σαν τον μόνο δρόμο που μπορεί να σώζει από την καταστροφή.

Το 2012, όταν οι νεοναζί εμφανίστηκαν στις εκλογές ως αντισυστημικό κόμμα, άκουσα από νέους ανθρώπους ότι «η δημοκρατία φταίει που φτάσαμε ως εδώ».

Τους αντέτεινα ότι φτάσαμε ως εδώ όταν έπαψε να υπάρχει δημοκρατική συμμετοχή.

Όταν, αντί της αυτοπρόσωπης και διαρκούς συμμετοχής μας στην διαβούλευση στα καθημερινά, αλλά και στα μεγάλα ζητήματα, προτιμήσαμε να καθόμαστε στον καναπέ θεατές των «επαγγελματιών της πολιτικής» και καταντήσαμε στην καλύτερη περίπτωση οπαδοί των κομμάτων και όχι συμμέτοχοι των πολιτικών αναζητήσεων. Όταν γίναμε τυπικά παθητικά μέλη σε συνδικάτα που χωρίς την συμμετοχή μας πουλήθηκαν στους εργοδότες, γιατί επικράτησε η συναλλαγή (και για αρκετούς ατομιστές ήταν προτιμότερο το ρουσφέτι με μεσολαβητές ανθρώπους των σωματείων από τον αγώνα για τα συλλογικά δίκαια των επαγγελματικών κλάδων μας).

Τους είπα ότι η λειψή δημοκρατία και η αποδοχή του τρόπου ζωής που μας πρότειναν οι δυνάμεις τις εξουσίας (να δείχνεις καλός και υπάκουος στα αφεντικά και να κοιτάζεις τον εαυτό σου και την καριερίτσα σου, αδιαφορώντας για τους γύρω σου) σαν το μόνο άξιο ήταν που μας έφεραν ως εδώ.

Δηλαδή, στην κρίση που παράγει το ίδιο το σύστημα του κέρδους ως επεκτατικό. Επειδή εμείς είμαστε σε μεγάλο βαθμό λειψοί και απόντες

Κι ακόμη ότι η απάντηση δεν είναι η κατάργηση της δημοκρατίας, όπως έκαναν το ΄67 οι δικτάτορες και επιδιώκουν οι ναζί, αλλά και οι τεχνοκράτες του νεοφιλελευθερισμού (οι πρώτοι με τα ρόπαλα και τα μαχαίρια και οι δεύτεροι με τη δημιουργία τετελεσμένων και συνεχή τροφοδοσία της απελπισίας μας). Αντίθετα. Η μόνη αποτελεσματική και άξια μιας κοινωνίας που διεκδικεί το δίκιο της απάντηση είναι η συνεχής διεύρυνση της δημοκρατίας.

Με κοίταζαν με απορία και κάποια στιγμή μου αναφέρθηκαν στην δικτατορία «που δεν έκανε σκάνδαλα».

Εκεί «έμεινα παγωτό». Θυμόμουν την χιονοστιβάδα των αποκαλύψεων των σκανδάλων της χούντας μετά την πτώση της, αλλά και το μεγάλο έγκλημα, τον τυχοδιωκτισμό στην Κύπρο.

Όλα όσα ήταν αυτονόητα, για όλους όσους τα ζήσαμε, είχαν σβηστεί. Η χούντα, με την ευγενική χορηγία των ιδιωτικών ΜΜΕ που διδάσκανε και διδάσκουν τον ατομισμό, σιγά σιγά πέρασε στην συνείδηση των νεώτερων (ειδικά από το 1997-1998 και δώθε) σαν ένας αυστηρός αλλά δίκαιος μπαμπάς που μας απαλλάσσει από την σκοτούρα του να σκεφτόμαστε συλλογικά και να παίρνουμε την κοινωνική μας ευθύνη.

Σήμερα, 50 χρόνια μετά, η κρίση δεν αφήνει περιθώρια ούτε στους ναζί ούτε στους τεχνοκράτες της εξουσίας να πετύχουν ούτε καν τη χαμερπή ζωή της προπολεμικής Γερμανίας, ούτε τα στοιχειώδη του καπιταλισμού πριν το 2010 για την πλειοψηφία του πληθυσμού.

Σήμερα, οι λύσεις που προτείνουν οι ναζί και των δύο μορφών που αναφέραμε είναι βιοπολιτική διαχείριση και εξόντωση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού. Με σύμπνοια κυβερνητικοί και αντικυβερνητικοί Καμμένοι, Βερύκιοι, Κατρούγκαλοι, Λεβέντες κ.λπ., ακροδεξιοί κάθε φορεσιάς, προτείνουν και περνούν μέτρα εξόντωσης τμημάτων του πληθυσμού που θεωρούνται περιττά και επιζήμια για το καπιταλιστικό κέρδος και τους προϋπολογισμούς.

Για να αποφύγουμε, λοιπόν, την διάλυση, την βαρβαρότητα και τον κατακερματισμό της κοινωνίας μας είναι εντελώς απαραίτητο να αγωνιστούμε για την δημοκρατική επανάσταση και κοινωνική ανατροπή. Δεν γνωρίζουμε τι μορφή θα έχει και τι θα πετύχει, αλλά είναι σίγουρο πως αν δεν τολμήσουμε να ξεπεράσουμε την ήττα η βαρβαρότητα δεν θα έχει προηγούμενο.

Μοιραστείτε το:
  • rss