Να καταπολεμηθούν ο νεοναζισμός και η ξενοφοβία

Την ανάγκη καταπολέμησης των εκδηλώσεων νεοναζισμού και ξενοφοβίας, επεσήμανε ο βουλευτής Χίου του ΠΑΣΟΚ και μέλος της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης κ. Κώστας Τριαντάφυλλος, μιλώντας – χθες – στο πλαίσιο των εργασιών της Ολομέλειας της Συνέλευσης, στο Στρασβούργο.

Ο κ. Τριαντάφυλλος, έχοντας επανειλημμένως επισημάνει την αναγκαιότητα αντιμετώπισης τέτοιων φαινομένων, εστίασε, στην ομιλία του, στην ανάγκη για μια πραγματική πολιτική, δηλαδή για μια πολιτική που θα στοχεύει σε λύσεις και αποτελέσματα, στα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι πολίτες. Πρότεινε, επίσης, τη δημιουργία ευρέων προγραμμάτων που θα κινητοποιήσουν δυνάμεις της κοινωνίας και θα προωθήσουν την εκπαίδευση της νέας γενιάς στα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία.

Ζήτησε να δοθεί πολιτικός αγώνας ενάντια στον λαϊκισμό, από όπου και αν προέρχεται, ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί στον νέο αντιρατσιστικό νόμο της χώρας μας, που είναι – όπως τόνισε – ο πληρέστερος στην Ευρώπη.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας του κ. Τριαντάφυλλου:

«Κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

Σαν σήμερα, πριν από εξήντα οκτώ χρόνια, τελείωνε η Δίκη της Νυρεμβέργης. Την 1η Οκτωβρίου 1946 το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο της Νυρεμβέργης έβαζε έναν επίλογο σε μια τεράστια τραγωδία. Μια τραγωδία θηριωδιών, κρεματορίων, αιματοκυλίσματος.

Εξήντα οκτώ χρόνια μετά συζητάμε ξανά ένα νέο φαινόμενο που σαρώνει την Ευρώπη: τον νεοναζισμό, την ξενοφοβία, τον αντισημιτισμό.

Είναι, άραγε, το φαινόμενο αυτό αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης;

Είναι, άραγε, αποτέλεσμα της μεταναστευτικής κρίσης που σαρώνει την Ευρώπη;

Είναι, άραγε, αποτέλεσμα των εθνικών και ευρωπαϊκών αποτυχιών;

Είναι, άραγε, αποτέλεσμα των μεγάλων κοινωνικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι πολίτες;

Εγώ θ’ απαντήσω, καταρχάς, «όχι». Και θ’ απαντήσω καταρχάς «όχι», διότι θεωρώ ότι όλα αυτά τα φαινόμενα, όλες αυτές οι μεγάλες πολιτικές αποτυχίες σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο έχουν ως αποτέλεσμα, κυρίως, ένα αντικοινοβουλευτικό και αντιπολιτικό κλίμα, το οποίο, όμως, αποτελεί, δυστυχώς, το «θερμοκήπιο» του νεοναζισμού.

Καταθέτω τέσσερις προτάσεις.

Πολύ απλά: Λύσεις. Πραγματική πολιτική. Αποτελέσματα για τους πολίτες από τις συζητήσεις μας. Όχι ανέξοδες ρητορείες και ρητορικά σχήματα.

Αντιθέτως, αποτελέσματα στα ζητήματα που απασχολούν τον μέσο πολίτη της κάθε χώρας και τον μέσο πολίτη της Ευρώπης. Αποτελέσματα στα θέματα της ανεργίας, της φτώχιας, της μετανάστευσης. Κάλυψη του μεγάλου χάσματος λήψης αποφάσεων και, βεβαίως, αντιμετώπιση του μεγάλου ζητήματος της διαφθοράς.

Σήμερα, όμως, υπάρχει ακόμη μία αναγκαιότητα: Να δώσουμε τον πολιτικό αγώνα απέναντι στον λαϊκισμό, απ’ όπου κι αν προέρχεται, κυρίως, όμως, απέναντι στον λαϊκισμό που εξαπλώνεται στο διαδίκτυο. Εκεί που οι παλιοί πολιτικοί δεν μπόρεσαν ποτέ να μπουν και οι καινούργιοι δεν έχουν δώσει ακόμα τον αγώνα.

Να αντιμετωπίσουμε, επιπλέον, το φαινόμενο να υπάρχουν, σε κάθε χώρα, κόμματα που ορίζουν, που ονοματίζουν τους αντιπάλους τους ως φασίστες ή νεοναζιστές και με αυτόν τον τρόπο να εξοικειώνουν την κοινή γνώμη με τον ναζισμό.

Η άλλη πρόταση είναι να υπάρξουν ευρεία προγράμματα, όπως αυτό που πραγματοποιεί το Συμβούλιο της Ευρώπης με το κίνημα ενάντια στο μίσος.

Ευρεία προγράμματα που να ευαισθητοποιούν και να κινητοποιούν δυνάμεις της κοινωνίας, τους ακτιβιστές, τους νέους, κυρίως, ανθρώπους, στη μάχη κατά του μίσους και που θα εκπαιδεύσουν, βεβαίως, από την αρχή τους νέους ανθρώπους.

Τέλος, είναι δική μας υποχρέωση ο εκσυγχρονισμός του νομικού μας πλαισίου. Έναν εκσυγχρονισμό όπως αυτόν που πετύχαμε, η πλειοψηφία των δημοκρατών πολιτών, στην Ελλάδα, πριν από λίγες μέρες, όταν ψηφίσαμε τον πληρέστερο αντιρατσιστικό νόμο στην Ευρώπη.

Είναι υποχρέωσή μας, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, απέναντι στα πολλά, ανώνυμα θύματα αυτού του φαινομένου.

Σας ευχαριστώ πολύ.»