Νόμιμη κατά το ΣτΕ η εκλογή της Χρ. Καλογήρου

Το Συμβούλιο της Επικρατείας δικαίωσε με σημερινή του απόφαση την κα Χριστιάνα Καλογήρου, επικυρώνοντας ουσιαστικά την εκλογή της στη θέση της περιφερειάρχη  Βορείου Αιγαίου, αφού έκανε δεκτή την προσφυγή της κατά της πρωτόδικης απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, με την οποία είχε ακυρωθεί η εκλογή της.

Η ίδια η κα Καλογήρου υποδέχθηκε την απόφαση του ΣτΕ με δήλωσή της, στην οποία τονίζει ότι “με την απόφασή του σήμερα το Συμβούλιο της Επικρατείας έρχεται να επιβεβαιώσει την απόφαση των πολιτών του Βορείου Αιγαίου στις εκλογές του περασμένου Μαΐου. Τώρα, ανεμπόδιστα, αρχίζουμε αμέσως τη δουλειά μας. Με πνεύμα ενότητας και συνεργασίας προχωράμε”.

Το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο, ακυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε ουσιαστικά τα επιχειρήματα των στελεχών του ΣΥΡΙΣΑ, που είχαν προσφύγει κατά της εκλογής της, υποστηρίζοντας ότι εκ της προηγούμενης θέσης της, της γενικής γραμματέως της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου, επηρέασε τη συμπεριφορά του εκλογικού σώματος.

Ηθικοπολιτικό ζήτημα

Βαθιά ηθικοπολιτικό ζήτημα, χαρακτηρίζει την όλη εξέλιξη η επικεφαλής του συνδυασμού «Βόρειο Αιγαίο- Γόνιμη Γραμμή» κα Αγλαΐα Κυρίτση, η οποία σε δήλωσή της επισημαίνει τα ακόλουθα:

«Η παράταξή μας βρίσκεται στο Περιφερειακό Συμβούλιο Βορείου Αιγαίου για να αντιπαλέψει τις μνημονιακές πολιτικές που καταστρέφουν τα νησιά μας. Τις πολιτικές αυτές υλοποιεί κεντρικά η συγκυβέρνηση Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ και περιφερειακά οι συνδυασμοί που στηρίζονται από αυτήν.

Είτε, λοιπόν, η παράταξη της κυρίας Καλογήρου εκπροσωπείται από την ίδια είτε από οποιονδήποτε άλλον, δεν αφορά στην ουσία, εφόσον οι πολιτικές παραμένουν οι ίδιες. Κι εμείς συνεχίζουμε να παλεύουμε για την ανατροπή τους. Το ηθικό και πολιτικό πρόβλημα, όμως, που προκύπτει από τις προϋποθέσεις που θέτει ο «Καλλικράτης» για τις υποψηφιότητες του Περιφερειάρχη και των Συμβούλων παραμένει και αυτό αναδείχτηκε μέσα και από τη δικαστική διαδικασία. Όταν δύο Δικαστήρια, ένα Ανώτερο, όπως το Εφετείο και το Ανώτατο όπως το Συμβούλιο της Επικρατείας, διαφωνούν ως προς αυτές, αποδεικνύεται ότι η σχετική πρόβλεψη του νόμου είναι τουλάχιστον ατυχής, ανεξάρτητα φυσικά από το γεγονός ότι σεβόμαστε την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Πώς είναι δυνατόν να απαγορεύεται – εάν δεν έχουν παραιτηθεί 18 μήνες πριν τις εκλογές – η υποψηφιότητα στους υφισταμένους του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης αλλά να επιτρέπεται στον ίδιο; Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι «τεχνικό» ή στενά «νομικό» αλλά βαθειά ηθικοπολιτικό με την έννοια της λειτουργίας της ίδιας της δημοκρατίας».