Στην τελική ευθεία για την αύξηση του κατώτατου μισθού

Στην τελική ευθεία εισέρχεται η διαδικασία αύξησης του κατώτατου μισθού, με την κυβέρνηση να σχεδιάζει τις σχετικές ανακοινώσεις εντός του Ιανουαρίου, τους δανειστές να εμφανίζονται επιφυλακτικοί και τους κοινωνικούς εταίρους να θέτουν όρους και προϋποθέσεις, προκειμένου το μέτρο να είναι αποτελεσματικό.

Σήμερα, στην πρωινή συνάντηση των εκπροσώπων των δανειστών με το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, η αρμόδια υπουργός Εργασίας Εφη Αχτσιόγλου αναμένεται να ενημερώσει επισήμως τους δανειστές για την τελική πρόταση της επιτροπής, που, όπως έχει αποκαλύψει η «Κ», περιλαμβάνει αυξήσεις μεταξύ 5% και 10%. Παράλληλα, αναμένεται να επαναλάβει την πρόθεση της κυβέρνησης να καταργήσει τον λεγόμενο «υποκατώτατο» μισθό, που μέχρι σήμερα λαμβάνουν οι νέοι έως 25 ετών.

Κυβερνητικά στελέχη υποστήριζαν χθες ότι το χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας ισχύει ως έχει και η τελική υπουργική απόφαση θα έχει υπογραφεί έως το τέλος Ιανουαρίου, ώστε οι αυξήσεις να ισχύουν για όλους από την 1η Φεβρουαρίου.

Σημείωναν, μάλιστα, ότι κατά την προγραμματισμένη για σήμερα συνάντηση θα υπάρξει απλή ενημέρωση των θεσμών, καθώς δεν βρίσκεται διαπραγμάτευση σε εξέλιξη, η Κομισιόν έχει ενημερωθεί για την πρόθεση της κυβέρνησης να καταργήσει τον υποκατώτατο μισθό από τον Σεπτέμβριο, ενώ οι Βρυξέλλες έχουν ταχθεί υπέρ της αύξησης του κατώτατου μισθού, εκφράζοντας βέβαια επιφυλάξεις ως προς τις συνέπειες που μπορεί να έχει στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

 

Εντονότερες φαίνεται πως είναι οι επιφυλάξεις που εκφράζουν οι εκπρόσωποι του ΣΕΒ, όπως προκύπτει στο μηνιαίο οικονομικό δελτίο που δημοσίευσε ο σύνδεσμος χθες, μία ημέρα μετά τη συνάντηση με τους εκπροσώπους των δανειστών. Σύμφωνα με αυτό, η διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ μισθών και παραγωγικότητας, την οποία επέφεραν οι μεταρρυθμίσεις των προηγούμενων ετών, είναι αναγκαία προκειμένου να μετασχηματιστεί η χώρα σε εξωστρεφή οικονομία, προσανατολισμένη στις εξαγωγές και στην προσέλκυση επενδύσεων. Συνεπώς, η επιστροφή στις πολιτικές της εποχής πριν από την κρίση, κυρίως σε ό,τι αφορά τη δημοσιονομική διαχείριση και τη λειτουργία των αγορών –ειδικά της αγοράς εργασίας– μπορεί να αποβεί καταστροφική.

Ο Σύνδεσμος επισημαίνει στο δελτίο ότι είναι σημαντικό να κρατηθεί το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος υπό έλεγχο. Φέρνοντας μάλιστα ως παράδειγμα την Πορτογαλία, υποστηρίζει ότι η συνεχιζόμενη αύξηση των αμοιβών παρά την πτώση της παραγωγικότητας προοιωνίζεται απώλεια ανταγωνιστικότητας και κάμψη του ρυθμού ανάπτυξης στο άμεσο μέλλον. Υπογραμμίζει μάλιστα με σημασία πως οι συνεχείς αυξήσεις του κατώτατου μισθού μετά την έξοδο από το μνημόνιο το 2015 (περίπου +20%) έχουν οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των μέσων αμοιβών (+6,5%), αλλά και έχουν προκαλέσει σημαντική απώλεια ανταγωνιστικότητας (-5,6%).

Σε διαφορετικό μήκος κύματος κινείται η ΕΣΕΕ, που επίσης συναντήθηκε χθες με τους θεσμούς. Οι εκπρόσωποι των εμπόρων τόνισαν για μία ακόμη φορά τη θετική διάσταση που θα έχει η επικείμενη αύξηση στην κατανάλωση. Επεσήμαναν, όμως, το υψηλότατο μη μισθολογικό κόστος, ζητώντας μείωση της επιβάρυνσης που επιφέρει το «καταστροφικό» μείγμα υψηλών φόρων και εισφορών. Αλλαγή του μείγματος της εφαρμοζόμενης πολιτικής ζήτησε και η ηγεσία της ΓΣΕΕ από τους εκπροσώπους των δανειστών κατά τη συνάντησή τους. Αναφερόμενοι στο θέμα του κατώτατου μισθού, οι συνδικαλιστές υπογράμμισαν ότι η όποια αύξηση θα εξαλειφθεί από την αυξημένη φορολόγηση και ζήτησαν την άμεση επαναφορά των κατώτατων αποδοχών στα 751 ευρώ με παράλληλη αποκατάσταση του δικαιώματος των κοινωνικών εταίρων να αποφασίζουν για αυτές.

ΠΗΓΗ: KATHIMERINI.GR (της Ρούλας Σαλούρου, από την έντυπη έκδοση)

- Advertisement -

- Advertisement -

Σχόλια