Όταν έφτασε με βάρκα στη Χίο ένας Τούρκος και ζήτησε άσυλο

Περιστατικά με Τούρκους στρατιωτικούς, αλλά και καταδιωκόμενους πολίτες της γειτονικής χώρας, οι οποίοι ζήτησαν κατά καιρούς πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα, παρουσιάζει σε έρευνά της η εφημερίδα «Καθημερινή».

Στην έρευνα, που υπογράφει ο κ. Γιάννης Παπαδόπουλος, με αφορμή την διαφυγή στην Ελλάδα οκτώ Τούρκων στρατιωτικών μετά την απόπειρα πραξικοπήματος στην γείτονα χώρα, αναφέρεται και ένα περιστατικό Τούρκου, πρώην σπουδαστή σε στρατιωτική σχολή, ο οποίος έφτασε στη Χίο μετά το πραξικόπημα του Εβρέν, το 1980.

Αναφέρεται, συγκεκριμένα, στο ρεπορτάζ:

«Όταν άκουσα ότι υπήρχε κόσμος που ήταν αντίθετος στις απελάσεις, σκέφτηκα πως μπορούσα να περάσω στην Ελλάδα», λέει στην «Κ» ο Φαρούκ Τουντζάι. Εκείνη την περίοδο ζούσε στην Τουρκία με πλαστή ταυτότητα, μόλις είχε παρατήσει τη δουλειά του ως πρεσαδόρος σε εργοστάσιο της Κωνσταντινούπολης και κρυβόταν στη Σμύρνη.

Τον συναντάμε στο γραφείο του στην πλατεία Κάνιγγος, όπου δύο φορές την εβδομάδα διδάσκει τουρκικά. Είναι ψηλός, με γκρίζα γένια και μακριά μαλλιά πιασμένα κοτσίδα. Ζει στην Ελλάδα από τον Ιούνιο του 1982 έχοντας λάβει πολιτικό άσυλο και είναι δημιουργός ελληνοτουρκικού και τουρκοελληνικού λεξικού.

Για τον Τουντζάι ο τουρκικός στρατός αποτελούσε διέξοδο από τη φτώχεια. Φοίτησε εσώκλειστος σε στρατιωτικό λύκειο και συνέχισε στην πολεμική σχολή, την αντίστοιχη Σχολή Ευελπίδων. Τον διέγραψαν στο τέταρτο έτος όταν πλέον ήταν εμφανής η αριστερή ιδεολογία του. Την περίοδο 1978-1980 εντάχθηκε στην οργάνωση «Επαναστατικός Δρόμος» (DEV-YOL), μέλη της οποίας συμμετείχαν σε ένοπλες συγκρούσεις κατά των εθνικιστών «Γκρίζων Λύκων».

Μετά το πραξικόπημα του Εβρέν το 1980 και τις διώξεις που ακολούθησαν, ο Τουντζάι αποφάσισε να περάσει στην Ελλάδα μαζί με μία από τις αδερφές του η οποία δικαζόταν ερήμην για τη συμμετοχή της στον «Επαναστατικό Δρόμο».

«Με λεφτά φίλων αγοράσαμε μια βάρκα και από το Τσεσμέ περάσαμε στη Χίο», λέει. Ακολούθησαν καταθέσεις του σε στελέχη της ΚΥΠ και μεταφορά του συνοδεία αστυνομικού στον Πειραιά. Θυμάται ακόμη με ευγνωμοσύνη πώς οι Έλληνες συνεπιβάτες του τον κερνούσαν καφέ και φαγητό στη διαδρομή βλέποντάς τον ταλαιπωρημένο – ζύγιζε τότε 56 κιλά.

Έμεινε αρχικά στο Κέντρο Υποδοχής Προσφύγων Λαυρίου. Εκεί γνώρισε έναν Τούρκο στρατιώτη που του συστήθηκε ως Μπιν Αλί. «Ήρεμο παιδί. Έλεγε ότι πέρασε στην Ελλάδα με το όπλο του και το παρέδωσε στις Αρχές. Έζησε λίγα χρόνια στο Λαύριο και έφυγε σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα», θυμάται. «Δεν ξέρω, όμως, εάν αυτό ήταν το πραγματικό του όνομα».

ΠΗΓΗ: KATHIMERINI.GR