Ως ένα μέτωπο που δεν κλείνει και συνεχίζει να προκαλεί έντονους τριγμούς στο κυβερνητικό στρατόπεδο εξελίσσεται η υπόθεση των υποκλοπών, μετά τις αποκαλύψεις της κυριακάτικης έκδοσης του Βήματος με ρεπορτάζ του Βασίλη Λαμπρόπουλου.

Σύμφωνα με αυτό η πλευρά του Ταλ Ντίλιαν, του ισραηλινού επιχειρηματία, ιδιοκτήτη της Intellexa και καταδικασθέντος πρωτοδίκως για την υπόθεση του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator, επικαλείται την ύπαρξη συμφωνητικού συνεργασίας του 2020 με την ΕΥΠ για τη χρήση του Predator. Το έγγραφο, όπως αναφέρεται, φέρεται να περιλαμβάνει δεσμευτικές αναφορές περί νόμιμης λειτουργίας του λογισμικού και να φέρει τις υπογραφές των δύο πλευρών.

Όπως γίνεται γνωστό, το συμφωνητικό δεν απέκτησε άλλο θεσμικό χαρακτήρα, καθώς στην Ελλάδα δεν υπήρχε, ούτε υπάρχει μέχρι σήμερα, ειδικό νομικό υπόβαθρο για την επίσημη απόκτηση και χρήση τέτοιου είδους λογισμικών, τα οποία επιτρέπουν την υφαρπαγή δεδομένων από κινητά τηλέφωνα. Η πλευρά Ντίλιαν φέρεται, επίσης, να επικαλείται δεκάδες ηλεκτρονικά μηνύματα ανάμεσα στην Intellexa και Έλληνες κρατικούς υπαλλήλους, κυρίως στελέχη της ΕΥΠ, για τεχνικά και διαχειριστικά ζητήματα που αφορούσαν τη λειτουργία του Predator, καθώς και για καθημερινές διορθώσεις του συστήματος. Από την επίμαχη αλληλογραφία φέρεται, μάλιστα, να προκύπτουν και τα πρόσωπα που σχετίζονταν με το σύστημα παρακολουθήσεων.

Οι πολιτικές αντιδράσεις μετά τις νέες αποκαλύψεις

Η εξέλιξη αυτή έχει ήδη προκαλέσει την αντίδραση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, τα οποία ζητούν νέα διερεύνηση της υπόθεσης και πρόσβαση των αρμόδιων αρχών στο υλικό που φέρεται να επικαλείται η πλευρά Ντίλιαν.

Το ΠΑΣΟΚ, σχολιάζοντας το δημοσίευμα του «Βήματος», επισημαίνει ότι αυτό αναφέρεται σε έγγραφο «με τη μορφή συμφωνητικού συνεργασίας από το 2020» ανάμεσα στο εταιρικό σχήμα του Ταλ Ντίλιαν και την ΕΥΠ για τη χρήση του Predator. Όπως σημειώνει, το έγγραφο φέρεται να επικαλείται η πλευρά του ιδιοκτήτη της Intellexa, υποστηρίζοντας ότι «κρατικές αρχές κατείχαν και λειτούργησαν το κατασκοπευτικό λογισμικό».

Παράλληλα, το ΠΑΣΟΚ επαναφέρει το αίτημα για κλήση του Ταλ Ντίλιαν και του Γρηγόρη Δημητριάδη στην επιτροπή θεσμών και διαφάνειας, χαρακτηρίζοντάς την «αναγκαία», ενώ ζητά την ενεργοποίηση των δικαστικών αρχών, οι οποίες, όπως αναφέρει, «οφείλουν να λάβουν γνώση του εν λόγω συμφωνητικού».

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την πλευρά του, αναφέρει ότι «η πλευρά Ντίλιαν δηλώνει ανοιχτά πως το «ντιλάρισμα» για τις παράνομες παρακολουθήσεις έλαβε μορφή συμφωνητικού συνεργασίας ανάμεσα στην εταιρεία του και την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών το 2020». Στην ίδια ανακοίνωση σημειώνει ότι πρόκειται για την ΕΥΠ, «την οποία η εισαγγελία του Αρείου Πάγου μέχρι σήμερα έχει στο απυρόβλητο», υπενθυμίζοντας ότι η υπηρεσία είχε υπαχθεί απευθείας στον πρωθυπουργό.

Παράλληλα, ο ΣΥΡΙΖΑ θέτει ζήτημα δικαστικής διερεύνησης των νέων στοιχείων, διερωτώμενος «γιατί η Δικαιοσύνη δεν έχει ακόμη αποκτήσει πρόσβαση στο υλικό που επικαλείται η πλευρά Ντίλιαν». Καλεί, δε, τον αρμόδιο αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου να παρέμβει και ζητά απαντήσεις από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τον οποίο χαρακτηρίζει «πολιτικό προϊστάμενο και υπεύθυνο για την ΕΥΠ».

Αντίδραση υπήρξε και από τη Θεώνη Κουφονικολάκου, εκπρόσωπο Τύπου της ΕΛΑΣ – Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης του Αλέξη Τσίπρα, η οποία, σχολιάζοντας το δημοσίευμα, υποστήριξε ότι «δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία ότι ήταν η ΕΥΠ που προμηθεύτηκε το παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό Predator». Όπως ανέφερε, «οι παράνομες υποκλοπές με Predator ήταν η συνέχεια των κατ’ ευφημισμό νόμιμων παρακολουθήσεων μέσω ΕΥΠ», προσθέτοντας ότι «δεν ήταν υπόθεση ιδιωτών».

Η κα Κουφονικολάκου έκανε λόγο για «ευθεία επίθεση στον πυρήνα του κράτους δικαίου», υποστηρίζοντας ότι το Μέγαρο Μαξίμου χρησιμοποίησε το παράνομο λογισμικό μέσω της ΕΥΠ για την παρακολούθηση υπουργών, ανώτατων αξιωματικών, δικαστικών, δημοσιογράφων και πολιτικών. Παράλληλα, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «όχι μόνο δεν έχει αναλάβει την ευθύνη», αλλά έχει προχωρήσει, όπως είπε, σε «προκλητική συγκάλυψη των ευθυνών της».